Απειλή για τη Δημόσια Υγεία τα παράνομα προϊόντα καπνού

Τρίχες ζώων, περιττώματα ποντικιών, φτερά, σχοινιά, κορδόνια, κομμάτια πλαστικού, βαρέα μέταλλα και άλλα ξένα σώματα έχουν εντοπιστεί σε παράνομα προϊόντα καπνού που κυκλοφορούν στην αγορά, καθώς δεν υπόκεινται σε κανέναν ποιοτικό έλεγχο και παράγονται σε χώρους που δεν πληρούν στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής.

Όμως παρά τους κινδύνους που κρύβουν για τη δημόσια υγεία, τα προϊόντα αυτά υπάρχουν στην αγορά, εξαιτίας κυρίως της συρρίκνωσης των εισοδημάτων και κατά συνέπεια της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.

Εξίσου ανησυχητικό, σύμφωνα με αρμόδιους παράγοντες, είναι και το φαινόμενο της αύξησης του παράνομου χύμα καπνού. Ο χύμα καπνός διακινείται κυρίως μέσω αγγελιών στο διαδίκτυο (μάλιστα, σε ορισμένες ιστοσελίδες με διαφορετική θεματολογία -μουσική, είδη άθλησης- υπάρχουν και «οδηγίες» για τη σωστή συντήρηση και αποθήκευσή του) και σε δημόσιους χώρους, όπως λαϊκές αγορές, όπου είναι δύσκολο να εντοπιστούν πωλητές και αγοραστές.

Εκτιμάται, ότι με κάθε δέκα τόνους παράνομου χύμα καπνού που διατίθεται στην αγορά, το Δημόσιο έχει απώλειες φόρων ύψους δύο εκατομμυρίων ευρώ, ενώ ένα φορτηγό παράνομος χύμα καπνός αντιστοιχεί σε 10 τόνους καπνό και 1,9 εκατ. ευρώ διαφυγόντες φόρους.

«Τα λαθραία προϊόντα είναι συνάρτηση άλλων παραγόντων, δηλαδή της τιμής του τσιγάρου σε συνάρτηση με το εισόδημα και έχει παρατηρηθεί ότι, όπου ακριβαίνει το τσιγάρο, εκεί αυξάνεται και το λαθραίο», εξηγεί ο Σάββας Διβανίδης, προϊστάμενος του Εργαστηρίου Ελέγχου Προϊόντων Καπνού του Καπνολογικού Ινστιτούτου Ελλάδας.

«Απαγορεύεται να πωλείται χύμα καπνός, αλλά και τα λαθραία τσιγάρα, καθώς δεν μπορείς να γνωρίζεις την προέλευσή τους (…). Ή μπορεί να έχουν μέσα σχοινιά, κορδόνια ακόμη και απορρίμματα από ποντίκια και από τέτοια (συστατικά) αμφιβόλου προέλευσης. Άρα και ποιοτικά δεν είναι καλά», σημειώνει με έμφαση.

Σύμφωνα με τον κ. Διβανίδη με βάση την αναθεωρημένη οδηγία της ΕΕ για τα προϊόντα καπνού, θα δοθεί ώθηση στον ελληνικό καπνό, ο οποίος «…είναι αρωματικός από μόνος του και από τη στιγμή που θα απαγορεύεται η χρήση πρόσθετων που θα δίνουν άρωμα και γεύση, θα βάζουν περισσότερα ελληνικά καπνά».

Βάσει της νέας Οδηγίας δεν θα επιτρέπονται στοιχεία προώθησης ή παραπλανητικά χαρακτηριστικά επάνω στις συσκευασίες (για παράδειγμα οι αναφορές σε πλεονεκτήματα που συνδέονται με τον τρόπο ζωής, τη γεύση ή τις αρωματικές ύλες ή την απουσία τους (π.χ. χωρίς πρόσθετες ύλες), ειδικές προσφορές ή υποδείξεις ότι κάποιο ειδικό προϊόν είναι λιγότερο επιβλαβές από κάποιο άλλο.

Το λαθρεμπόριο καπνικών προϊόντων και του χύμα καπνού είναι ένα φαινόμενο που πλήττει απόλυτα τον κλάδο, συμπληρώνει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Περιπτερούχων Καπνοπωλών Ελλάδας, Θεόδωρος Μάλλιος.

Όπως τονίζει, πρόκειται για μια πραγματικότητα που αφαιρεί «πόντους» και βεβαίως κέρδη από το επίσημο και νόμιμο δίκτυο του κλάδου. Ιδίως δε, έπειτα από τα φορολογικά μέτρα που επιβλήθηκαν από το 2010, το «κύμα» λαθρεμπορίου καπνικών προϊόντων, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, έριξε τα κέρδη των περιπτερούχων καπνοπωλών σε χαμηλά επίπεδα.

«Στάχτη» αφήνουν τα παράνομα προϊόντα καπνού
Η «στάχτη» που αφήνουν στο «πέρασμά» τους, τα παράνομα προϊόντα καπνού μεταφράζεται σε οικονομικές ζημιές για τα δημόσια ταμεία, σε απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας από τον κλάδο και σε αντίστοιχη ζημία για τις βιομηχανίες του κλάδου.

Στις αρχές του Μαΐου, το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ανακοίνωσε το τελευταίο μέρος της έρευνας που διεξήγαγε με σκοπό να προσδιορίσει την έκταση του προβλήματος, να εντοπίσει τις επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα και στην εγχώρια οικονομία και να προτείνει τρόπους αντιμετώπισής του.

Το ΚΕΠΕ, λαμβάνοντας υπόψη τα τελευταία διαθέσιμα επίσημα στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ και το υπουργείο Οικονομικών, επανεκτίμησε την έκταση του λαθρεμπορίου σε 10,8% το 2010, 14,9% το 2011 και 17,2% το 2012. Σύμφωνα με την πρόβλεψη του ΚΕΠΕ για το 2013, το λαθρεμπόριο τσιγάρων εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 23%.

Αναφορικά με τους φόρους στα καπνικά προϊόντα, η Ελλάδα (το 2013) ήταν μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τον υψηλότερο πάγιο φόρο και το χαμηλότερο αναλογικό.

Πρέπει να επισημανθεί, ότι, τα τελευταία πέντε χρόνια, η τιμή των τσιγάρων έχει αυξηθεί σημαντικά στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι το διαθέσιμο εισόδημα έχει μειωθεί λόγω της οικονομικής ύφεσης, καθιστώντας τα νόμιμα τσιγάρα λιγότερο προσιτά στους καπνιστές και περιορίζοντας έτσι τη νόμιμη κατανάλωσή τους.

Τονίζεται ότι, ενώ η τιμή της πλέον δημοφιλούς μάρκας αυξήθηκε κατά 19% από το 2009 στο τρίτο τρίμηνο του 2013, η τιμή του φθηνότερου πακέτου αυξήθηκε κατά 59% την ίδια περίοδο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος το Νοέμβριο του 2012, όπου ο πάγιος φόρος (ανά χίλια τσιγάρα) αυξήθηκε κατά περίπου 300%, ενώ ο αναλογικός μειώθηκε κατά 61,9%.

Επιπροσθέτως, το 2009, οι τιμές των ακριβών τσιγάρων ήταν κατά μέσο όρο 40,7% υψηλότερες σε σχέση με τις τιμές των φτηνών τσιγάρων, ενώ το 2013 το παραπάνω ποσοστό μειώθηκε στο 14,3%. Κατά συνέπεια, ο ρόλος των φθηνών τσιγάρων ως εναλλακτική στα παράνομα τσιγάρα έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί εξαιτίας της σημαντικής αύξησης της διαφοράς ανάμεσα στις τιμές των φθηνών και των παράνομων τσιγάρων, υπογραμμίζει το ΚΕΠΕ.

Συμπερασματικά, η μελέτη του ΚΕΠΕ επισημαίνει ότι, η υψηλή ελαστικότητα του νόμιμου τσιγάρου υποδηλώνει την ανάγκη για αναθεώρηση του τρέχοντος φορολογικού καθεστώτος, που επιβαρύνει δυσανάλογα τα φθηνά τσιγάρα, το οποίο σε συνδυασμό με την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διωκτικών αρχών φαίνεται να είναι ο μόνος τρόπος για τον περιορισμό της έξαρσης του φαινομένου του λαθρεμπορίου και την αναστροφή της πτωτικής τάσης των δημοσίων εσόδων.

Εξάλλου, η βασική διαπίστωση της μελέτης του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ/Νοέμβριος 2013) για το παράνομο εμπόριο καπνού αναφορικά με την αξιολόγηση του υφιστάμενου πλαισίου φορολόγησης των καπνικών προϊόντων στην Ελλάδα είναι ότι, η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα σε σύγκριση με την ΕΕ είναι ιδιαίτερα υψηλή σε όλες τις κατηγορίες καπνικών προϊόντων. Η σχέση μεταξύ ελάχιστου Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον λεπτοκομμένο καπνό και στα τσιγάρα στην Ελλάδα είναι αντίστροφη συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς ο καπνός φορολογείται στην Ελλάδα με υψηλότερο συντελεστή, προστίθεται.

Χαρακτηριστικό είναι το στοιχείο ότι, η τιμή πώλησης νόμιμου καπνού για στριφτά είναι 200 ευρώ το κιλό, ενώ η τιμή πώλησης παράνομου χύμα καπνού είναι μόλις 20 ευρώ το κιλό.

Σύμφωνα δε, με τα τελευταία στοιχεία της έρευνας της AC Nielsen, στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 2013, το παράνομο εμπόριο τσιγάρων έφτασε στο 19,5% από 13,4% το 2012. Πέρυσι, καταναλώθηκαν 4,4 δισεκατομμύρια παράνομα τσιγάρα (αύξηση κατά 340% σε σχέση με το 2009 που ήταν 1 δισ. παράνομα τσιγάρα), τα οποία υπολογίζεται ότι στέρησαν τα δημόσια ταμεία από έσοδα της τάξης των 650 εκατ. ευρώ (το 2013) αλλά και χιλιάδες θέσεις εργασίας από τον κλάδο.

Σύμφωνα με όσα προέκυψαν, 19,5 τσιγάρα στα 100 είναι παράνομα (αύξηση 6,1 μονάδες σε σχέση με το 2012). Τρία στα τέσσερα τσιγάρα αφορούν προϊόντα που δεν φέρουν καμία σήμανση για τη χώρα προορισμού του και κύριες μάρκες παράνομων τσιγάρων είναι οι RGD, Raquel, Gold Mount.

Έξαρση του φαινομένου παρατηρήθηκε το 2013 στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Νίκαια, τη Θεσσαλονίκη (ιδιαίτερα στο Δήμο Παύλου Μελά και στο Δήμο Κορδελιού), τα Χανιά, το Ηράκλειο, τον Βόλο και τη Λάρισα.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή
health.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *